Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

«Η κυβέρνηση αυτή παράγει με αξιοσημείωτη αναλγησία το κοινωνικό μίσος.


«Η κυβέρνηση αυτή παράγει με αξιοσημείωτη αναλγησία το κοινωνικό μίσος. Το μίσος κατά των δημοσίων υπαλλήλων, των γεωργών, των φοιτητών, των φορτηγατζήδων κι όλων των φυλών του Ισραήλ, προσπαθώντας να στρέφει τη μια τάξη εναντίον της άλλης, «να διαιρεί και να βασιλεύει».
Με φρικτές γενικεύσεις αυτή η κυβέρνηση σπρώχνει την κοινωνία σε έναν ατελεύτητον αλληλοσπαραγμό».  
Στάθης Ελευθεροτυπία 21-10-2010

Στο μίσος θα χαρίσω
τα πέταλα του αλόγου μου,
τη ναυτική μου φανέλα,
τα παπούτσια των εκδρομών,
τη μαραγκούδικη καρδιά μου
και καθετί που έμαθα να κάνω
και καθετί που με βοήθησε ν' αντέξω
καθετί που είχα καθαρό και γερό,
αδιάσπαστο κι αποδημητικό
κι έτσι να μάθει ο κόσμος πως
όποιος έχει δάσος και νερό
μπορεί να κόψει και να αρμενίσει
μπορεί να φύγει και να γυρίσει
μπορεί να πονέσει και ν' αγαπήσει
μπορεί να φοβάται και να δουλεύει,
μπορεί να ζει και να πεθαίνει
μπορεί να 'ναι απλός και σκοτεινός
μπορεί και δίχως αυτιά,
μπορεί ν' αντέξει στη δυστυχία,
μπορεί να περιμένει ένα λουλούδι
και τελικά μπορεί να υπάρχει
αν και δε δέχονται τη ζωή του
μερικοί πουτάνας γιοί...
Πάμπλο Νερούδα

Αυτή η κυβέρνηση κατάφερε με πολύ επιτυχία τους τελευταίους μήνες, να σπείρει τη διχόνοια, το φθόνο και το μίσος ανάμεσα στην κοινωνία. Να στρέψει τη μια κοινωνική και επαγγελματική ομάδα εναντίον της άλλης. Σαν τη κακιά πεθερά που σπέρνει ύπουλα τη διχόνοια ανάμεσα στις νυφάδες της. Ο ένας εργαζόμενος εναντίον του άλλου, γιατί παίρνει 100 ευρώ παραπάνω, γιατί είναι μόνιμος, γιατί διεκδικεί και ενοχλεί, γιατί είναι τεμπέλης, χαραμοφάης, φοροφυγάς κλπ, κλπ. Ο κοινωνικός ιστός τρύπιος, οι άνθρωποι ένας σωρός σκόρπια ξύλα που κείτονται καταγής. Ψάχνουμε να βρούμε τον εχθρό δίπλα μας, μέσα μας, στη δουλειά μας, στη γειτονιά, να τον καταδώσουμε γιατί καπνίζει ή γιατί κάνει ιδιαίτερα και δεν κόβει αποδείξεις.
Ένας ολόκληρος λαός παραπλανημένος απ’ τους ανήθικους κυβερνώντες  και τα φερέφωνά τους: τις ομιλούσες κεφαλές των δελτίων ειδήσεων και τις γλοιώδεις πένες των εφημερίδων.
Μοιάζει το κλίμα στη χώρα να’ ναι χειρότερο από το το μετεμφυλιακό κλίμα της εποχής. Γιατί τότε η κοινωνία ήταν χωρισμένη στα δυο και αλληλοσπαρασόταν, ενώ τώρα είναι διαιρεμένη σε χίλια δυο κομμάτια και τρώει τις σάρκες της.
Και στο μεταξύ δεν έχουμε πάρει χαμπάρι τον πραγματικό εχθρό που έχει εισβάλλει κι έχει αλώσει τη χώρα, το σπίτι μας, στρογγυλόκατσε στο σαλόνι μας και αδειάζει το ψυγείο μας. Δεν πήραμε χαμπάρι πως κοιμάται στο κρεβάτι μας. Αλλά όταν ανοίξουμε τα μάτια μας και συνειδητοποιήσουμε ποιος είναι ο εχθρός, θα είναι αργά. Γιατί θα γυρίσουμε μια μέρα στο σπίτι και θα βρούμε αλλαγμένες και τις κλειδαριές.

Δειλοί και στην αγάπη μας μα και στο μίσος πιο δειλοί
κι ανίσχυροι κι ασάλευτοι να ζούμε ανάμεσα τους,
να μας πληγώνουν και τα δυο και να μετράμε σιωπηλοί
στα παγωμένα δάχτυλα τους ίδιους μας θανάτους.
Εχθρούς να υποψιαζόμαστε παντού κ' οι ολόφωτοι ουρανοί
να ισκιώνονται απ' τον ίσκιο μας και, φεύγοντας κινδύνους,
να ζούμε μόνοι πλέκοντας για τους εχθρούς δημίου σκοινί
και να κρεμάμε εμείς εμάς αθώους, αντί για κείνους.
Γιάννης Ρίτσος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου