Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

να αλλάξουμε τον κόσμο»

να αλλάξουμε τον κόσμο»

Σεμινάριο τού Αλαίν Μπαντιού (2010-2011)
Γενικό Περίγραμμα
Η έκφραση «ν’ αλλάξουμε τον κόσμο» αποτέλεσε, σε μεγάλο βαθμό, πόλο ακαταμάχητης έλξης κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Ενώ ο δέκατος ένατος αιώνας σήμανε την απαρχή μιας διαδικασίας κατά την οποία η αλλαγή αυτή επιχειρήθηκε στο πλαίσιο μιας αδιάσπαστης συνέχειας που ανταποκρινόταν στην ιδέα τής προόδου, ο 20ος αιώνας που ακολούθησε (κατά την επικρατούσα σήμερα αντίληψη ένας καταραμένος αιώνας που κυριαρχήθηκε από το σφοδρό πάθος για το νέο, νοούμενο ως αδιαμεσολάβητο πραγματικό) στράφηκε προς την κατεύθυνση τής ρήξης, τής ριζοσπαστικής καινοτομίας, των πρωτοποριών, τής δόμησης Κρατών προορισμένων να ενσαρκώσουν το συντομότερο δυνατό την Ιδέα — από την οποία ακριβώς απέρρεε η πεποίθηση ότι ένας νέος κόσμος ήταν συγχρόνως εφικτός και αναγκαίος.
Στις επονομαζόμενες «χώρες τής Δύσης», όπου ζούμε — χώρες πλούσιες, που όμως μαστίζονται από την κρίση, χώρες «δημοκρατικές», παρά το γεγονός ότι κατατρώγονται από την αρρώστια τού ταυτοτισμού και την αστυνομική φοβία των βαρβάρων — η φράση «ν’ αλλάξουμε τον κόσμο» έχει διπλή υπόσταση. Aπό τη µία πλευρά, στο μέτρο που χρησιμοποιείται ως σήμερα για να δηλώσει μια βούληση με επαναστατική κατεύθυνση, η εν λόγω φράση αντιμετωπίζεται ως απαρχαιωμένος όρος για την περιγραφή μιας εγκληματικής ουτοπίας. Από την άλλη όμως πλευρά, όπως μας επισημαίνεται, ο κόσμος αλλάζει διαρκώς με ασύλληπτους ρυθμούς, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε ποτέ να συμβαδίσουμε χρονικά με την μεταβολή αυτή, γεγονός που έχει ως περαιτέρω συνέπεια την επιβολή αλλεπάλληλων «μεταρρυθμίσεων» με σκοπό την υποταγή των υποκειμένων στο αναπόφευκτο των εν λόγω αλλαγών.
Όσον αφορά το πρόβλημα αυτό, δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε ότι το ρήμα «αλλάζω» έχει στην περίπτωσή μας αμφιλεγόμενη σημασία.
Εάν πράγματι τα πάντα αλλάζουν συνεχώς, συμπεριλαμβανομένων και των πρωταγωνιστών, των μαρτύρων και θυμάτων τής εν λόγω μεταβολής, τότε τίποτε δεν μπορεί να πιστοποιήσει ότι όντως συνέβη η αλλαγή αυτή. Όπως άλλωστε δηλώνει και η αρχή τής αδράνειας, η «κίνηση» δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο τής εμπειρίας, εφόσον απουσιάζει οποιοδήποτε σταθερό σημείο αναφοράς. Ίσως, μάλιστα, η σπασμωδικότητα που χαρακτηρίζει τις μέρες μας να μην είναι τίποτε άλλο παρά ο νόμος στον οποίο υπόκειται ο κόσμος μας, με συνέπεια οι «καινοτομίες», οι οποίες διαδέχονται συνεχώς η μία την άλλη, να πρέπει να θεωρηθούν ως εκφάνσεις τής αδιάσειστης σταθερότητας τού νόμου αυτού — πράγμα το οποίο αποτελεί, άλλωστε, μια εύλογη διαπίστωση σε ό,τι αφορά τις πυρετώδεις εξελίξεις τής καπιταλιστικής οικονομίας. Εάν, ωστόσο, υφίσταται κάποιο αμετάβλητο σημείο αναφοράς, μια σχετική σταθερά βάσει τής οποίας μπορεί να εκτιμηθεί η μεταβολή, ποια είναι τότε η λειτουργία που καλείται να επιτελέσει η σταθερά αυτή; Και πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο χώρος όπου εντοπίζεται το σημείο που αποτελεί αδιάσειστο τεκμήριο επέλευσης τής μεταβολής κείται, κατά κάποιον τρόπο, έξωθεν αυτής;
Πρέπει να τεθεί εκ νέου το όλο ζήτημα τής πραγματικής αλλαγής παρακάμπτοντας την εξής αντινομία: η αλλαγή είτε θα λαμβάνει τη μορφή τής ολικής ρήξης, η οποία μάλιστα δημιουργεί τον «καινό άνθρωπο» που της αντιστοιχεί, είτε θα εμφανίζεται ως αδιάσπαστη αλληλουχία καινοτομιών, με συνέπεια η μόνη μαρτυρία για το γεγονός αυτό να είναι η ταχεία απαρχαίωση όλων όσων παρήχθησαν προηγουμένως. Σε κάθε φορέα αλλαγής θα πρέπει όμως να αντιστοιχεί ένας μάρτυρας που να μπορεί να βεβαιώσει την αλήθεια των όσων επράχθησαν· είναι δηλαδή αναγκαία μια σχέση αμεταβλητότητας που να επιτρέπει τη διαπίστωση ότι η αλλαγή είναι πραγματική σε σχέση με ένα Υποκείμενο, πράγμα που συνεπάγεται, αφενός μεν, ότι η αρχή τής κίνησης οφείλει να εντοπίζεται σ’ αυτό, αφετέρου δε ότι το Υποκείμενο πρέπει, σε κάποιο βαθμό, να χαρακτηρίζεται από ακινησία και αδράνεια, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η εξακρίβωση τής πραγματικότητας και τού προσανατολισμού τής ύπαρξής του.
Το πρόβλημά μας επομένως ανάγεται στο ζήτημα τού χώρου τού υποκειμένου· με βάση τη διαπίστωση αυτή θα μπορέσουμε στη συνέχεια να κατανοήσουμε, μέσω μιας λεπτής διαλεκτικής προσέγγισης των εννοιών τής εμμένειας και τής απόσυρσης, το νόημα τής προσανατολισμένης αλλαγής.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου