Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Δεν θέλω την κουβέντα σας, ούτε τη γνωριμιά σας



του Αντώνη Ανδρουλιδάκη 
από Άρδην


Ο διάολος ή ο Θεός το έκανε, δεν ξέρω, να συμπίπτει η περίοδος της ενηλικίωσης μου –για ωριμότητα δε λέω– με την περίοδο ενηλικίωσης –ο Θεός να την κάνει– της λεγόμενης μεταπολίτευσης. Νομίζω μερικές φορές πως κι εγώ, όπως και άλλοι της γενιάς μου, βρεθήκαμε έφηβοι τότε, στην αφετηρία της σύγχρονης Ελληνικής Δημοκρατίας, γοητευμένοι απ’ τα ονείρατα που μας έταξε, για να σταθούμε σήμερα κατάκοποι και απογοητευμένοι στα οριστικά ξεφτιλίκια της.

Στα τριάντα αυτά χρόνια που μεσολάβησαν, στη μεγάλη κλίμακα, η ονείρωξη της εφηβείας μας, η μεταπολιτευτική δημοκρατία χαρακτηρίστηκε από την εδραίωση της ξένης εξάρτησης και της κοινωνικής αδικίας, τη μεγιστοποίηση της οικολογικής ανισορροπίας και την «απογείωση» της διαμεσολαβητικής ολιγαρχίας που για να γιατροπορέψει την εφηβική μας ορμή ονομάστηκε με τον εξαιρετικά αντιφατικό τίτλο κοινοβουλευτική δημοκρατία. Η Δημοκρατία όπως σωστά λέει ο Κοντογιώργης, δεν είναι ούτε άμεση, ούτε έμμεση, ούτε κοινοβουλευτική, ούτε μη κοινοβουλευτική. Είναι απλά Δημοκρατία. Και όπως στην εγκυμοσύνη και στην Ελευθερία, ή είναι ή δεν είναι. Τα εν λόγω «προϊόντα» δεν διατίθενται στην κοινωνική πιάτσα σε μορφή τεμαχισμένου αλλαντικού.

Στην ίδια μεγάλη κλίμακα, η βαθιά πρωταρχική ανάγκη του Τόπου-Τρόπου μας, να συγκροτεί σχέσεις και να υφίσταται ως ύπαρξη χάριν αυτών των σχέσεων, εξέπεσε σε ελάσσονα προτεραιότητα. Οι σχέσεις μας, αντίστοιχα, κατρακύλησαν στο επίπεδο των απλών συσχετίσεων ή ανταγωνιστικών συγκρίσεων το πολύ, εκεί όπου δεν κυριάρχησε η μη σχέση. Για να το πω υπαρξιστικά-Σαρτρικά, διακόψαμε ανεπαίσθητα τη γέννηση μας στα μάτια του απέναντι Άλλου. Είναι οι γιαγιάδες των παιδιών μας, που παραιτήθηκαν από τη θυσιαστική αυταπάρνηση των μανάδων μας, και πήραν σβάρνα τα ινστιτούτα ομορφιάς. Και να φανταστεί κανείς, πως αυτές οι ίδιες γυναίκες, υπήρξαν κάποτε μανάδες μας.

Ως εκ τούτου, το αποτέλεσμα της ανθρώπινης δημιουργίας μας, από αφορμή και ευκαιρία σχέσης, μεταμορφώθηκε σε καλοσυσκευασμένο εμπόρευμα που κυριάρχησε καταλυτικά πάνω στην ύπαρξη μας και στην πράξη μας, αλλά και στην συνύπαρξη μας με τον μακρινό ή τον διπλανό γείτονα.

Κουμπότρυπα σ’ αυτό το κουμπί, η οργάνωση της κοινωνίας μας ήρθε για να εξυπηρετήσει την πιο φτηνή και παρασιτική εκδοχή ελλαδικότητας που γνώρισε ποτέ αυτός ο χώρος της Μεσογείου. Κάθε γαζί, κάθε μικρή κλωστή αυτής της κουμπότρυπας, μια «μικρή» καθημερινή μαλακία της ενηλικίωσης μας.

Στην ίδια κατεύθυνση, κατακρεουργήσαμε και αυτήν ακόμη τη σχέση μας με το αντικείμενο του μόχθου μας, –με μία μόνο γνωστή σε όλους εξαίρεση– στερώντας από τους εαυτούς μας αλλά κυρίως απ’ τα παιδιά μας βασικές ανθρώπινες δεξιότητες. Μια ολόκληρη κοινωνία ξέχασε πως είναι να καρφώνεις ένα καρφί, χωρίς να χτυπάς συνεχώς το δάχτυλο. Η εργασία μας, όχι μόνον δεν είναι επάγγελμα, αφού δεν επαγγέλλεται πλέον τίποτα, αλλά έγινε και ανυπόφορα μονομανής. Έτσι, καθώς η πολύμορφη ανθρώπινη δημιουργικότητα εκπίπτει σε μονομανή εργασιοθεραπεία, ίδια και απαράλλαχτα ολόκληρη η κοινωνία στην παραγωγική της δραστηριότητα, εκπίπτει στην τουριστική, δημοσιοϋπαλληλική, βαμβακοπαραγωγική ή όποια άλλη μονοκαλλιέργεια.

Όταν τελικώς, οι σχέσεις ξεπέφτουνε σε απλές συγκρίσεις, τότε –ως γνωστόν– μετράει το μέγεθος. Μεγάλα αυτοκίνητα, μεγάλα σπίτια, μεγάλες επιχειρήσεις, μεγάλες τηλεοράσεις, μεγάλες πόλεις, αλλά στενά ρούχα και σπιθαμιαίοι άνθρωποι. Κάτι σαν τα αμερικάνικα ψυγεία με τις τεράστιες πόρτες, που φτιάχτηκαν λες για να χωρέσουν κάποια μέρα τους παχύσαρκους ιδιοκτήτες τους. Στην εκπλήρωση της ιδέας πως το «μικρό είναι όμορφο», απέμειναν μόνο οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ο μικροαστισμός μας και πιο συχνά ο υπαινιγμός μιας ανάπηρης σεξουαλικότητας.

Σ’ αυτές τις συνθήκες παρακμής, το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας φάνηκε σαν συζήτηση για γιαούρτι χωρίς λιπαρά, όταν δεν έχεις ούτε καν γάλα. Καλά το λέγανε οι παλιοί κουκουέδες πως, εθνική ανεξαρτησία δίχως ντόπια προκοπή δε στέκεται σύντροφε. Γι’ αυτό και τα πλειοψηφικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας έκαναν συχνά γαργάρα τις βάσεις που φεύγουν και τους αγώνες που τότε δικαιώνονται, τα Ίμια, τον Οτσαλάν, τους βομβαρδισμούς στη Σερβία, το σχέδιο Ανάν, τις Μαδρίτες κ.λπ. ψηφίζοντας και ξαναψηφίζοντας τους διάφορους γιαουρτάδες και τα πλαστικά ντενεκεδάκια τους.

Αυτή η ολική εθνική ανημπόρια, ειδικά σε ότι αφορά στον απέναντι γείτονα, είναι να απορεί κανείς, αν στήθηκε δόλια εξ’ επί τούτου από τους κηδεμόνες μας ή αν απλά αποτέλεσε ένα καλοστημένο άλλοθι για να δικαιολογεί από τη μια τις εξοπλιστικές δαπάνες και από την άλλη τη διαρκή υποχωρητικότητα μας. Ή μήπως και τα δυό μαζί;

Αυτή η ίδια εθνική ανημπόρια, τύφλωσε πνευματικά σχεδόν δέκα εκατομμύρια ανθρώπους για παραπάνω από τριάντα χρόνια, μπροστά στην εισβολή και κατοχή της Κύπρου, μετατρέποντας την εφηβική δέσμευση «Δεν Ξεχνώ» σε απειλητικό συμπλήρωμα της καθημερινής βιωτής, επιπέδου «εγώ δεν ξεχνώ ρε... ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»

Αυτή η εθνική ανημπόρια, έβγαλε στον αφρό τα πιο ζαχαρωτά της ταξίματα, σαν έπρεπε να γιατροπορέψει τον Έλληνα ασθενή. Μια κουταλιά της σούπας σιρόπι με γεύση εορτοδανείου για να γλυκαθεί ο πόνος του ονόματος της Μακεδονίας, ένα χάπι με γεύση σοκολάτας και επικάλυψη γκόλντεν πιστωτικής, για να γλυκαθεί ο πόνος της υπό αίρεση Θράκης και πάει λέγοντας.

Κι έτσι καθώς η σήψη προχωρούσε, στη μεγάλη κλίμακα, όλο και ξεφτούσε η «κουτοπόνηρη, ανατολίτικη και βαλκανική» μας ταυτότητα, χάριν της απαστράπτουσας και μοντέρνα οργανωμένης ευρωπαϊκής. Η καταγγελία των «ευρωπαϊκών παλιοκοινωνιών» απέμεινε στίχος ξεχασμένων εν πολλοίς τραγουδιών και σε λίγο χρόνο μετασχηματίστηκε σε μέγιστο κοινωνικό όραμα, εθνικό στόχο, ολυμπιακό ιδεώδες, εκσυγχρονισμό, και γω δεν ξέρω, τι άλλη ευρωλιγουριά.

Αποκορύφωμα, η πλανώμενη προ μερικών μηνών αντίληψη, ότι ως Έλληνες πάσχουμε από μια εκ γενετής αντι-οργανωτική ανωμαλία που θεραπεύεται μόνο με την ομόθυμη ανάθεση των ελληνικών πραγμάτων σε ξένους (προφανώς δυτικούς) ειδικούς μάνατζερς.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, μεγάλα τμήματα του ελληνικού λαού απέρριψαν την κληρονομιά των παππούδων τους, με την ίδια απέχθεια που έδειξαν για τα σεμεδάκια της μάνας τους, πάνω στην τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας. Χωρίς ίχνος σεβασμού, αν όχι στην αισθητική αρτιότητα του δημιουργήματος, τουλάχιστον για την ψηλαφητή διαρκή ευκαιρία συνάντησης με το χέρι της μάνας τους. Σκληρόπετσα ανυποψίαστοι για το μόχθο της αφειδώλευτης –έστω στο σεμέν– προσφοράς της.  

Και σαν μην έφτανε η μειονεξία έναντι της Δύσης, ήρθε στα στερνά –που ως γνωστόν σπάνια τιμούν τα πρώτα– να προστεθεί στην ά-σχετη (δίχως σχέση) ψυχική συγκρότηση του νεοέλληνα και το σύμπλεγμα της Φιλανδικής Βια-Λολίτας, έναντι των νεο-οθωμανών. Φιλανδικής λόγω της γνωστής εξάρτησης της Φιλανδίας από τον Σοβιετικό κηδεμόνα και Βια-Λολίτας ως ναρκισευόμενης κόρης, έναντι του μελλοντικού βιαστή της.

Στο γεωστρατηγικό πεδίο, η προώθηση των σχέσεων μας με τον αραβικό κόσμο, κάτω βέβαια από το πρίσμα της νέας ευρωπαϊκής μας ταυτότητας, θεωρήθηκε σχεδόν προσχώρηση στη συμμαχία του Κακού και αντιμετωπίστηκε από πολλούς με το υπεροπτικό ύφος Άγγλου αποικιοκράτη του 19ου αιώνα, αφήνοντας άναυδους τους Παλαιστινίους συμφοιτητές μας που βέβαια δεν είχαν ξεχάσει το «Ελλάδα – Κύπρος – Παλαιστίνη, Αμερικάνος δεν θα μείνει». Φωτεινή εξαίρεση, το κίνημα «Ένα Καράβι για τη Γάζα» που λίγο έλειψε να μπλεχτεί από μερικούς στα δίχτυα της εκπορνευμένης πόρνης, που γυρεύει να αλλάξει νταβατζή επειδή ο καινούργιος της τάζει μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους.

Αντίστοιχα και στην στόχευσή μας για γεωστρατηγική συγκρότηση ενός ισχυρού βαλκανικού πόλου, ως άξονα ισορροπίας ανάμεσα στη απληστία της Δύσης και στη βιαιότητα της Ανατολής, εξαντληθήκαμε στην εξαγωγή του πιο άθλιου παρασιτισμού και στην εισαγωγή της πιο φτηνής εργασίας. Αντί για ένα Βαλκανικό Πανεπιστήμιο Αρχαιολογίας, εξάγαμε τα μαγαζιά του Σκλαβενίτη και του Λάτση. Και αντί να εισάγουμε τα καλύτερα μυαλά των Βαλκανίων σε ένα πρωτοποριακό Ερευνητικό Κέντρο, εισάγαμε εξαθλιωμένους ανθρώπους για να μας πλένουν τα αυτοκίνητα στα βενζινάδικα της πρωτεύουσας. Αντί να επεξεργαστούμε κοινές και ισότιμες αναπτυξιακές δράσεις, βυθισμένοι στην νεοπλουτίλα μας τάξαμε στους ανθρώπους ολυμπιακούς με πετραχήλια, αρκεί να έρθουν να οικοδομήσουν τα μνημεία-σύμβολα της παρακμής μας. Και καθώς η ιστορία εκδικείται, άβουλοι κι άπραγοι, δεν παρατηρήσαμε ότι οι άνθρωποι αυτοί, δεν είχαν ξεχάσει να καρφώνουν ένα καρφί στον τοίχο, δίχως να χτυπούν διαρκώς το δάχτυλο τους. Ακόμη και τώρα στη πιθανή αναχώρηση τους, δεν τρέμει μόνο η ελίτ που θα χάσει το φτηνό κρέας, πιο πολύ φοβάται ο νεοέλληνας που θα τρέχει στα νοσοκομεία με μπαταρισμένα δάχτυλα.

Στη μικρή ατομική κλίμακα, σαν φωτοτυπία σε σμίκρυνση τα χέρια –καθώς το λέει ο ποιητής– που δεν δουλεύουν πια, δεν κατορθώνουν και να μειώνουν τη φθορά στη μεγάλη κλίμακα.

Αν γινόταν κάποτε μια εμπεριστατωμένη έρευνα για τον αριθμό των διαζυγίων στο ιδεολογικό χώρο της ευρύτερης αριστεράς, είμαι βέβαιος πως θα αποδείκνυε πανηγυρικά, ότι οι πιο ακραίες μορφές αδυσώπητου ατομικισμού και αντι-αλληλεγγύης, συναντώνται σε ευρεία έκταση στο χώρο αυτό. Λες και μια βαριά εσωτερική οδύνη, ένας από χρόνια καταχωνιασμένος θυμός, ενάντια σε ότι έμοιαζε στερεότυπο, γύρευε τώρα την εκτόνωση του με κόστος την ίδια την πραγματική ζωή των ίδιων και των αγαπημένων τους. Και όλα αυτά γιατί αποφασίσαμε μια μέρα πως δεν μας βγαίνει το μεσσιανικό όνειρο της πανάκειας που είχαμε φτιάξει μες στο μυαλό μας, κι αποφασίσαμε αντί του ανέφικτου παραδείσου, να κάνουμε τη ζωή των άλλων κόλαση. Όποιος έτυχε να έχει εργοδότη, εραστή ή ερωμένη, πρώην «κνίτη», καταλαβαίνει πολύ καλά τι εννοώ.

Στο αναμεταξύ, ο μηδενισμός απλωνόταν με γοργά βήματα καταπίνοντας κάθε τι νέο και ελπιδοφόρο. Σαν να ήταν ο εθνομηδενισμός, απλά το άθροισμα των επιμέρους μηδενισμών του καθενός μας. Και όταν χάσκει εντός σου το κενό, το πιο πιθανό είναι να πέσεις εσύ ο ίδιος μέσα του. Κάπως έτσι, φαντάζομαι, ότι έπεσαν και τα παιδιά μας, στο κενό που άνοιξαν οι δάσκαλοι τους. Κάπως έτσι, έπεσε κι η γλώσσα μας, στο κενό που άνοιξαν τα παιδιά μας. Το ασανσέρ των greeklish που στριγγλίζει ανεβοκατεβαίνοντας, έχει το φρεάτιο του στις ψυχές των παιδιών μας. Και επειδή ένα ασανσέρ εντός σου να ανεβοκατεβαίνει είναι ζόρικη ιστορία, ιδιαίτερα όταν εκείνοι που σε ξεγέννησαν ξεχάσανε και σε ποιο ρετιρέ κατέβηκαν, αναγνωρίζω τη διαφυγή των παιδιών μας προς τις ουσίες ως τραγική παραμυθία. Εκεί «δεν κουνιέται φύλλο» θα σου πουν οι επαΐοντες. Άλλο τόσο αναγνωρίζω την παραμυθία των ψυχοφαρμάκων αλλά και τον ιδιότυπο αναχωρητισμό παλαιών συντρόφων.

Αυτός είναι συνοπτικά ο κόσμος, που κατάφερε να οικοδομήσει η γενιά μου. Σε πλήρη αντίθεση, με τον οραματικό κόσμο της εφηβείας της. Μέσα σε τριάντα χρόνια ενήλικης ζωής, γαμήσαμε το σύμπαν επειδή δεν μας έκατσε να το σώσουμε. Αυτοευνουχιστήκαμε, για να τιμωρήσουμε μια κάποια γκόμενα που μας παράτησε. Και αν για όλα αυτά φταίνε οι ελίτ, αν φταίνε οι Αμερικάνοι, αν φταίει ο ανάδρομος Ερμής της πατρίδας, διόλου δεν μειώνεται η ευθύνη του καθενός μας ξεχωριστά. Μιλώ για μια ευθύνη όχι σαν εκείνη την «πολιτική» του Καραμανλή, αλλά για την άλλη. Την ευθύνη που πλακώνει σαν μπότα την εντός μας ουσία. Στη σκιά αυτής της ευθύνης, πήρα την απόφαση να μην ψηφίσω σε τούτες τις εκλογές. Να παραιτηθώ εθελουσίως ενός δικαιώματος κι από την άλλη να μην μαγαριστώ για μια ακόμη φορά αγγίζοντας ψηφοδέλτια ως ενδεικτικά των γυμνασίων της παρακμής μας. Να μην συγχρωτιστώ για μιαν ακόμη φορά, με τις άλλες λουστραρισμένες φάτσες στην ουρά των κομματικών προβάτων, που καμώνονται τους δημοκρατικούς πολίτες. Ποιά Δημοκρατία, ποιά Πόλη; Κι αυτή μου η πράξη, με μια βαθύτατη απέχθεια, το ομολογώ. Κι απ’ την άλλη δεν θέλησα να το παίξω και Πιλάτος που νίπτει τα χείρας του στο λευκό ή στο επιτηδευμένο άκυρο. Παρηγοριόμουν μόνο μ’ ένα τρόπο, στις γνωστές προσταγές του Θουκυδίδη περί «αχρείου νομίζομεν» τον μη μετέχοντα, αφού η μετοχή σε τούτον τον τόπο, εξαφανίστηκε ακόμη κι από την γραμματική και αναδύθηκε μονάχα στην χρηματιστηριακή εκδοχή της.

Ως αχρείος, λοιπόν, μπορώ να δρω στην μικρή μου κλίμακα, εκεί όπου κυβερνήτης είναι ο θεός των μικρών ανθρωπίνων πραγμάτων. Στοχεύοντας στην αξιακή ανασυγκρότηση της αχρείας πάρτης μου και του μικρού μου περίγυρου. Ως αχρείος μπορώ να επιμένω στη μέγιστη αντιστασιακή στάση της αλληλεγγύης με τον αχρείο διπλανό μου. Μπορώ να ευελπιστώ στο αντιχρησιμοθηρικό μπόλιασμα έστω των παιδιών μου, αφού το «ζητείν πανταχού το χρήσιμον και το αναγκαίον ήκιστα αρμόττει τοις ελευθέροις και μεγαλοψύχοις».

Όχι λοιπόν, δεν μετέχω σε αυτή την ψευτόσουπα της ολιγαρχίας. Δηλώνω εξ’ αρχής αχρείος και δεν επιδιώκω να κάνω τίποτα χρήσιμο και ωφέλιμο. Όσο η αλήθεια της ύπαρξης μου θα ψευτίζει από τέτοιες δήθεν μετοχές, θα επιμένω να δηλώνω αχρείος και άχρηστος. Θα μένω εκτός κάνοντας ντιλίβερι την αλήθεια μου το πολύ ως τα γειτονικά σπίτια, αποφεύγοντας –όπως ο διάολος το λιβάνι– την κουβέντα και τη γνωριμιά των «δημοκρατών» νοικοκυραίων που συντεταγμένα ασκούν το κατοχυρωμένο δικαίωμα τους. Μπρ...

Δε θέλω την κουβέντα τους, ούτε τη γνωριμία τους, όλων αυτών που κυνηγώντας το χρήσιμο των ονειρόξεων τους βύθισαν τον τόπο στο σκατό που αφειδώς παρήγαγε η καταναλωτική τους ευζωία.

Και που θα πάει δεν μπορεί, κάποια στιγμή,
 
«Θα γυρίσει αλλού τίς χαρακιές
Της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος
Μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός
Πώς αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
Θα παραστήσει ο ουρανός τα σωθικά μας
Καί θα χτυπήσει τον κόσμο η αθωότητα»

Τότε θα τρέξω από τους πρώτους στην κάλπη, θα σταθώ αξημέρωτα στη μεγάλη ανθρώπινη αλυσίδα. Κι είμαι σχεδόν βέβαιος πως η γενιά μας, θα κλείσει τον κύκλο της με την αθωότητα στην κορυφή και όχι στο κοίλον της Ιστορίας. Γιατί έτσι.

Μα μέχρι τότε, επιλέγω. Καλύτερα αχρείος, παρά μαλάκας

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗΣ
11.11.10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου