Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

η πυρηνική εποχή


http://rigasili.blogspot.com                                              του Πήτερ Γ. Κίρμπυ
New York Times, 14.3.2011.
μετάφραση: Στρατής Μπουλαλάκης
της Κυριακάτικης Αυγής, 20.3.2011 

Βλέποντας τις εικόνες της καταστροφής μετά το τσουνάμι στα βιντεάκια του YouTube και στα ιαπωνικά μέσα ενημέρωσης, ένιωσα συγκλονισμένος και την ανάγκη να βοηθήσω· είχα όμως, επιπλέον, μια αναμφισβήτητη αίσθηση dejà vu. Ως μελετητής που ασχολούμαι με τη θέση της πυρηνικής ενέργειας στην ιαπωνική κουλτούρα, έχω δει πάμπολλες ταινίες τρόμου με τέρατα, τόσο της δεκαετίας του 1950 όσο και μεταγενέστερες, εμπνευσμένες από την πυρηνική καταστροφή· οι σκηνές των φλεγόμενων διυλιστηρίων, των ισοπεδωμένων πόλεων, των ομάδων διάσωσης, της φυγής των αμάχων, μου έφεραν στο νου ορισμένα σουρεαλιστικά στιγμιότυπα των ιαπωνικών ταινιών καταστροφής.

Αυτή η κατηγορία B-movies αποτελεί σήμερα αντικείμενο γενικευμένου χλευασμού, και συχνά όχι άδικα. Αλλά οι πρώτες ταινίες «Γκοντζίλα» ήταν σοβαρές και σκληρές, ενώ τάσσονταν με σαφήνεια κατά της πυρηνικής ενέργειας: το τέρας προέκυψε έπειτα από μια ατομική έκρηξη. Ήταν επίσης αντιπολεμικές σε μια χώρα που είχε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δεδομένου ότι στον «Γκοντζίλα» του 1954 το μεγάλο σαυροειδές θηρίο βγαίνει από τον κόλπο του Τόκιο για να λεηλατήσει την πρωτεύουσα, οι εκρήξεις, τα πτώματα και τα ποτάμια προσφύγων παρέπεμπαν ευθέως στις τρομακτικές σκηνές των τελευταίων ημερών του Πολέμου, εικόνες που παρέμεναν ακόμα ανεξίτηλες στο μυαλό των Ιαπώνων, οι οποίοι παρακολούθησαν το έργο μέσα σε νεκρική σιγή, που τη διέκοπταν μονάχα, κάπου κάπου, οι λυγμοί.

Το αντιπυρηνικό μήνυμα της ταινίας φαίνεται εντελώς αταίριαστο στη σημερινή Ιαπωνία, καθώς το ένα τρίτο σχεδόν της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας παράγεται από πυρηνικά εργοστάσια. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από γεγονότα απολύτως πραγματικά, που είχαν συνταράξει τη χώρα. Τον Μάρτιο του 1954, στη δοκιμή μιας θερμοπυρηνικής βόμβας των ΗΠΑ κοντά στην ατόλη Μπικίνι, στον Ειρηνικό Ωκεανό, με την κωδική ονομασία «Bravo», απελευθερώθηκε 2,5 φορές μεγαλύτερη ισχύς από ό,τι αναμενόταν. Το τεράστιο νέφος που δημιουργήθηκε τύλιξε, σε μια λαίλαπα ραδιενεργού τέφρας, μια ιαπωνική μηχανότρατα με το όνομα «Τυχερός Δράκοντας αρ. 5», που ψάρευε τόνο μακριά από το σημείο της έκρηξης. Τα μέλη του πληρώματος επέστρεψαν στο λιμάνι, το Yaizu, με μαυρισμένο και φουσκαλιασμένο το δέρμα τους, με έντονα συμπτώματα ραδιενεργούς μόλυνσης και ένα φορτίο ραδιενεργού τόνου που είχαν ψαρέψει. Τα ρεπορτάζ έκαναν λόγο για τα ραδιενεργά ίχνη που άφησαν τα σώματά τους καθώς περπατούσαν στην πόλη, όπως για τον «πυρηνικό τόνο» που έφτασε στις ψαραγορές της Οσάκα και αργότερα στη φημισμένη Αγορά Tsukji στο Τόκιο. H Aυτού Eξοχότης ο αυτοκράτωρ Χιροχίτο είπε ότι εξόρισε διά παντός τα ψάρια και τα θαλασσινά από το πιάτο του.

Σε ένα έθνος με εμμονή στην αγνότητα, η αποστροφή για αυτή τη δεύτερη πυρηνική μόλυνση της πατρίδας ήταν ενστικτώδης. Στα Σεπτεμβρίου του 1954 ο ασυρματιστής του «Δράκοντα», ο Aikichi Kuboyama πέθανε. Ο «Γκοντζίλα» βγήκε στις αίθουσες τον επόμενο μήνα, και ήταν η ταινία που έκοψε τα περισσότερα εισιτήρια στην πρώτη μέρα προβολής, ενώ βρέθηκε ανάμεσα στην κορυφή του μποξ όφις της χρονιάς. Τον ίδιο μήνα, με αφετηρία τον θάνατο του Kuboyama, οι αντιπυρηνικές γραπτές διαμαρτυρίες και εκκλήσεις πήραν μορφή χιονοστιβάδας, ενώ το κίνημα ειρήνης εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα.

Είναι σαφές ότι οι θεατές που κατέκλυσαν τις αίθουσες για τον «Γκοτζίλα» δεν πήγαν να δουν απλώς μια ταινία τρόμου με πρωταγωνιστή ένα τέρας. Οι σκηνές της έναρξης ανακαλούσαν την ατομική έκρηξη στον Ειρηνικό, ενώ τα νεκρά σώματα Ιαπώνων προξενούσαν εξαιρετικά οδυνηρά συναισθήματα στους συμπατριώτες τους. Ο Γκοντζίλα --αμείλικτος, εκδικητικός, μοχθηρός-- ξεπρόβαλλε απειλητικά σαν αναμφιβήτητο σύμβολο της επιστήμης που καλπάζει ανεξέλεγκτη. Το κάθε βήμα του πλάσματος και τα αμείλικτα χτυπήματα της ουράς του αποκαλύπτουν τα σαθρά θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η μεταπολεμική ευημερία της Ιαπωνίας. Το μεγάλο απειλητικό ερπετό της οθόνης --στην πραγματικότητα ένας άνθρωπος με κοστούμι σαύρας αξίας 200 λιρών, ο οποίος περπατούσε αργά ανάμεσα σε μινιατούρες γειτονιών του Τόκιο-- εικονογραφούσε παραστατικά την απέχθεια της Ιαπωνίας για τη ραδιενεργό ακτινοβολία αλλά και την απογοήτευση και αδυναμία στο κλίμα έντασης της έντασης του Ψυχρού Πολέμου.

Η παράξενη και εντυπωσιακή σειρά θηρίων που διαδέχθηκε τον Γκοντζίλα στην κινηματογραφική οθόνη κάλυπτε μια μεγάλη γκάμα, από το ενδιαφέρον μέχρι το γελοίο. Δύο τέρατα που ομοίαζαν με πτεροδάκτυλο, και τα δύο με το όνομα Ρόνταν, σπέρνουν τον όλεθρο στην Ιαπωνία, αφότου ήρθαν στην επιφάνεια από τα έγκατα της γης όπου εγκαταβιούσαν μέχρι τότε, λόγω κάποιων εξορυκτικών εργασιών. Ο Μόθρα, ο γιγάντιος, πολύχρωμος λεπιδόπτερος θεός του νησιού Ίνφαντ --ένα φανταστικό πεδίο πυρηνικών δοκιμών στο Νότιο Ειρηνικό-- εξαπολύει την καταστροφή στην Ιαπωνία, σε μια ταινία που συνθέτει τα καλύτερα στοιχεία του Γκοντζίλα σε μια επική γιγαντομαχία. Άλλα τέρατα είναι η Γκάμερα, μια γιγάντια χελώνα, και ο απερίγραπτος Βαράν ο Απίστευτος, ένα μεγάλο σερπετό που μοιάζει με ιπτάμενο σκίουρο. Σε όλες τις ταινίες, οι γηγενείς της Ιαπωνίας, εναλλάξ, κινητοποιούνται αλλά και τρέμουν για τις απειλές που εκβράζονται στις ακτές της χώρας και σκιάζουν τα πάντα στο διάβα τους.

Εάν υπάρχει κάποιο νήμα που συνδέει όλες αυτές τις ταινίες όπου πρωταγωνιστούν τέρατα, αυτό είναι η «βαθιά ευπάθεια της Ιαπωνίας», όπως γράφει ο William Tsutsui στο διάσημο βιβλίο του Ο Γκοντζίλα του μυαλού μου. Η Ιαπωνία, μάλλον ανίσχυρη στην αρένα του Ψυχρού Πολέμου, είναι ικανή, σε έναν φανταστικό κόσμο, να συγκεντρώσει βαριά οπλισμένες και εντυπωσιακά πειθαρχημένες δυνάμεις αυτοάμυνας για να πολεμήσει, ή έστω να καθυστερήσει και να απωθήσει, τους αλλόκοτους εισβολείς που ενσκήπτουν.

Ωστόσο, οι ταινίες απεικονίζουν με σαφήνεια έναν λαό που παλεύει διαρκώς με αντιπάλους ανώτερης κατηγορίας. Με τον καιρό, ο Γκοντζίλα μεταμορφώνεται σε έναν υπερασπιστή της Ιαπωνίας, αλλά οι κίνδυνοι πια αρχίζουν να προέρχονται από το εσωτερικό. Για παράδειγμα, εκτός από τη χαμένη ηθική πυξίδα των Ιαπώνων κατασκευαστών και λοιπών επιχειρηματιών που κριτικάρονται σε διάφορα φιλμ, ας δούμε έργα όπως «Ο Γκοτζίλα εναντίον του Τέρατος της Ομίχλης»: εκφράζουν τη λαϊκή αντίθεση στην τοξική ρύπανση που προκαλούσε η ιαπωνική βιομηχανία και η αδηφάγα ανάπτυξη, ποτίζοντας με δηλητήριο το ανθρώπινο σώμα και μολύνοντας το διάσημο, πάλαι ποτέ, «Πράσινο Αρχιπέλαγος», σε μια σειρά διαδοχικές περιβαλλοντικές καταστροφές ισοδύναμες των αντίστοιχων ταινιών τρόμου.

Αν και οι ταινίες τρόμου με τέρατα δεν είναι πλέον σήμερα πανταχού παρούσες, ωστόσο τα θέματά τους δεν απουσιάζουν διόλου αυτές τις μέρες, ιδίως στην την τηλεοπτική κάλυψη συνεχούς ροής των σεισμών και του τσουνάμι. Μας δείχνουν μια Ιαπωνία που συνεχίζει να υποφέρει από μεγάλης κλίμακας απειλές, που τη πλήττουν χωρίς προειδοποίηση. Οι ομάδες έκτακτης ανάγκης διασώζουν πολίτες που έχουν εξοκείλει ανάμεσα σε ακμάζουσες κάποτε πόλεις, τις οποίες είχα επισκεφθεί τα προηγούμενα χρόνια και σήμερα δεν είναι πια παρά λασπόνερα και συντρίμμια. Αυτοκίνητα, φορτηγά, τρένα και τα μεγάλα πλοία, ξεβρασμένα και σωριασμένα στη στεριά ή να επιπλέουν στο θολό νερό, όπως τα παραμορφωμένα παιχνίδια στο μπάνιο. Κτίρια καταστρέφονται και οι φλόγες μαίνονται, λες και ανεφλέγησαν από ραδιενεργό έκρηξη ή την κίνηση της ουράς ενός γιγάντιου πλάσματος.

Όλα αυτά, ωστόσο, θέτουν ξανά στο επίκεντρο τη δυσχερή πυρηνική κατάσταση της Ιαπωνίας μετά τον Πόλεμο που αναδεικνύεται, με διφορούμενο τρόπο, από τον «Γκοντζίλα». Η Ιαπωνία διαθέτει σήμερα 54 αντιδραστήρες και έρχεται τρίτη στην παραγωγή ενέργειας από πυρηνικά εργοστάσια, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία. Επίσης, καταγράφει μια εντυπωσιακά κακή επίδοση στην πυρηνική ασφάλεια. Η μακρά σειρά από ενίοτε μοιραία σφάλματα και αστοχίες όσον αφορά τα πυρηνικά εργοστάσια κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών σε μια χώρα διάσημη παγκοσμίως για τους ποιοτικούς ελέγχους στα εργοστάσιά της και τα υψηλά τεχνολογικά της επιτεύγματα είναι περίεργη και σχεδόν ακατανόητη, αν μη τι άλλο. Εν μέρει, αυτό οφείλεται σε μια σειρά καθαρά ιαπωνικά χαρακτηρηστικά: η έλλειψη διαφάνειας, τα ανεπαρκή συστήματα επιθεώρησης και η παραλυτική ενίοτε αδυναμία να ληφθούν ελλιπείς μεν αλλά πρακτικές αποφάσεις μπορεί να κάνουν μια βιομηχανία ευάλωτη σε επικίνδυνες καταστάσεις όπως αυτές που προέκυψαν στους αντιδραστήρες στη Φουκουσίμα.

Εκείνο που διαφέρει όμως, αυτή τη φορά, είναι ότι δεν χρειαζόμαστε μια ταινία καταστροφής που θα αναδείξει τις πυρηνικές αντιφάσεις της ιαπωνικής κοινωνίας. Το τσουνάμι ήταν ένα σαφέστατο αντεπιχείρημα στον ισχυρισμό ότι η πυρηνική ενέργεια είναι μια ασφαλής λύση προ της κλιματικής αλλαγής και της εξάντλησης των κοιτασμάτων πετρελαίου. Με τη σκέψη μας στη συμφορά που χτύπησε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, οι προβληματικές επιδόσεις της Ιαπωνίας στον τομέα των πυρηνικών μπορεί να μας βοηθήσει να ρίξουμε αποκαλυπτικό φως στα σχέδια πυρηνικής ενέργειας άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών, που πρέπει να δώσουν εξετάσεις και να πετύχουν στον πραγματικό κόσμο, κι όχι στην εξεζητημένη πλοκή μιας ταινίας.


1945: Αρχή της πυρηνικής εποχής
2011: Αρχή της εποχής μετά την πυρηνική
Σκίτσο του Chappatte (Le Temps, Ελβετία,
του Ρίτσαρντ Φολκ
από την  
Κυριακάτικη Αυγή

Όταν ρίχτηκαν οι ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, η Δύση και ιδίως οι ΗΠΑ έζησαν μια σύντομη στιγμή θριάμβου. Η αμερικανική επιστήμη και στρατιωτική ικανότητα είχαν φέρει τη νίκη χωρίς να απαιτηθεί μια μακρά, αιματηρή εκστρατεία για την κατάκτηση της ιαπωνικής ενδοχώρας. Την επίσημη αφήγηση αμφισβήτησαν αργότερα αρκετοί έγκυροι ιστορικοί επισημαίνοντας ότι η Ιαπωνία ήταν ήδη έτοιμη να συνθηκολογήσει και πως η αμερικανική κυβέρνηση εξαπέλυσε τις επιθέσεις προκειμένου να πείσει τη Σοβιετική Ένωση για τη στρατιωτική υπεροπλία της.


Όποια όμως ιστορική ερμηνεία και αν επιλέξει κανείς, η φρίκη και ατιμία αυτών των επιθέσεων παραμένει αδιαμφισβήτητη. Η χρήση ατομικών βομβών σε πυκνοκατοικημένα αστικά κέντρα αποτελεί μέχρι σήμερα τη μεγαλύτερη αυτοτελή πράξη κρατικής τρομοκρατίας και, αν είχε πραγματοποιηθεί από τους ηττημένους του πολέμου, σίγουρα οι δράστες θα είχαν τιμωρηθεί και το συγκεκριμένο όπλο θα είχε απαγορευτεί διά παντός.


Η Ιστορία όμως δίνει στους νικητές αρκετό περιθώριο να διαμορφώνουν το μέλλον σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, άλλοτε για καλό, άλλοτε για κακό.


Μετά τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι αρκετοί ηγέτες και σημαντικές προσωπικότητες εξέφρασαν την ανησυχία τους για το μέλλον. Πολλοί ηγέτες της Δύσης μιλούσαν για την ανάγκη πυρηνικού αφοπλισμού ως τη μοναδική διέξοδο σε έναν πόλεμο που θα κατέστρεφε τον βιομηχανικό πολιτισμό. Εκείνοι που επικράτησαν όμως ήταν οι πολεμοχαρείς ρεαλιστές, που υποστήριζαν ότι μόνο η ισορροπία δυνάμεων μπορούσε να αποτρέψει τον πόλεμο και την καταστροφή.


Η νέα ισορροπία ονομάστηκε "αποτροπή" και εξελίχθηκε σε ένα επικίνδυνο δόγμα ασφάλειας που έμεινε γνωστό ως "εγγυημένη αμοιβαία καταστροφή". Τα πυρηνικά όπλα έγιναν ο κανόνας και οι μνήμες της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι εξορίστηκαν.


Το πόσο ακλόνητη ήταν η πυρηνική εποχή αποδείχτηκε και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν, σύμφωνα με αρκετές έγκυρες αναφορές, η αμερικανική κυβέρνηση άσκησε διπλωματικές πιέσεις για να αποθαρρύνει κάθε ρωσική πρωτοβουλία για αφοπλισμό η οποία θα εξέθετε την προσκόλληση των ΗΠΑ στα πυρηνικά όπλα. Η προσκόλληση αυτή διατηρείται μέχρι σήμερα, τη συμμερίζονται όλες οι χώρες που κατέχουν πυρηνικά όπλα και συνοδεύεται από το καθεστώς μη διάδοσης, που υποκριτικά αντιμετωπίζει ως εγκληματίες τρίτες χώρες που επιθυμούν να αποκτήσουν τα όπλα αυτά (με εξαίρεση το Ισραήλ).


Αυτό είναι επομένως το δίδαγμα που ισχύει μέχρι τις μέρες μας: το σοκ των ατομικών επιθέσεων εξασθενεί, αναστέλλεται από την επιστροφή στα συνηθισμένα, κάτι που προετοιμάζει τις συνθήκες για την επανάληψη σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα θανάτου και καταστροφής.


Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να εξετάσουμε την κολοσσιαία τραγωδία που εκτυλίσσεται σήμερα στην Ιαπωνία. Ήταν μια τραγωδία που ξεκίνησε από μια φυσική καταστροφή πέρα από κάθε ανθρώπινη πρόβλεψη και έλεγχο. Ένας σεισμός 9 Ρίχτερ προκάλεσε ένα τσουνάμι 20 μέτρων που σάρωσε τις ακτές σε βάθος έξι χιλιομέτρων.


Τη φυσική αυτή καταστροφή συμπληρώνει τώρα η πυρηνική της διάσταση, η πλήρης έκταση της οποίας δεν είναι ακόμα γνωστή. Εκτός από τις κατανοητές προσπάθειες της κυβέρνησης να μην προκαλέσει ένα κύμα πανικού, υπάρχει ένα έλλειμμα αξιοπιστίας που βασίζεται κυρίως στο ιστορικό της ιαπωνικής πυρηνικής βιομηχανίας, που στο παρελθόν προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις του σεισμού του 2007 στα εργοστάσιά της λέγοντας ψέματα για το εύρος της καταστροφής στους αντιδραστήρες.


Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διπλό χτύπημα του σεισμού και του τσουνάμι ευθύνεται για τεράστιες καταστροφές. Όμως το συνολικό κόστος αυξάνεται γεωμετρικά από την φαουστική συμφωνία της πυρηνικής ενέργειας, οι κίνδυνοι της οποίας είναι ευρέως γνωστοί εδώ και πολλά χρόνια. Και είναι οι ίδιοι άπληστοι κυνηγοί του κέρδους εκείνοι που πάντοτε ελαχιστοποιούν τους κινδύνους είτε στον Κόλπο του Μεξικού είτε στη Φουκουσίμα είτε στη Γουόλ Στριτ και την ώρα της καταστροφής αγωνίζονται να ρίξουν την ευθύνη στα ίδια τα θύματα.


Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξει πυρηνική σύμπτυξη σε κάποιον από τους αντιδραστήρες της Φουκουσίμα. Ακόμη όμως και αν αυτό δεν συμβεί, οι επιπτώσεις από τη διαρροή ραδιενέργειας μπορεί να είναι εφιαλτικές. Γνωρίζουμε σήμερα ότι μόνο στην ασιατική ήπειρο κατασκευάζονται ή σχεδιάζονται περίπου 3.000 νέοι πυρηνικοί αντιδραστήρες. Και γνωρίζουμε ότι η πυρηνική ενέργεια διαφημίζεται εδώ και χρόνια ως η λύση για τις ενεργειακές ανάγκες του μέλλοντος, η διέξοδος στις κλιματικές αλλαγές και ο τρόπος απεξάρτησης από το πετρέλαιο.


Η πυρηνική βιομηχανία θα ισχυρίζεται πάντοτε ότι γνωρίζει πώς να κατασκευάζει ασφαλείς αντιδραστήρες που θα αντέχουν "αδύνατα" πλήγματα όπως αυτό της Ιαπωνίας. Και γνωρίζουμε πως οι κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν ισχυρές πιέσεις να ανανεώσουν τη φαουστική συμφωνία με την πυρηνική βιομηχανία παρότι ορισμένα πράγματα έχουν γίνει σαφή από το 1945: η τεχνολογία αυτή είναι εξαιρετικά ανελέητη και φονική για να διαχειρίζεται από ανθρώπινους θεσμούς, ακόμη και αν εκείνοι λειτουργούσαν πράγματι με υπευθυνότητα.


Είναι παραφροσύνη να επιμένουμε. Δεν μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα φτάσουμε κάποτε στο σημείο να ελέγχουμε τις αγριότητες της φύσης, που μάλιστα φαίνεται να εντείνονται από την άρνησή μας να λάβουμε υπεύθυνα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών αεριών τα οποία ευθύνονται για το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Μπορούμε όμως να μάθουμε να ζούμε μέσα σε κάποια συνετά όρια, ακόμη και αν αυτό σημαίνει έναν τρόπο ζωής που θα χαρακτηρίζεται από λιγότερη υλική αφθονία.


Ας ελπίσουμε ότι η καταστροφή στην Ιαπωνία θα αφυπνήσει τους ανθρώπους για τους κινδύνους που κρύβει η υπερσύγχρονη εποχή, ώστε να προκύψει μια πολιτική των ορίων που θα αμφισβητεί την επικρατούσα πολιτική της απεριόριστης ανάπτυξης. Αυτό βέβαια συνεπάγεται και την αποκήρυξη της νεοφιλελεύθερης κοσμοθεωρίας και τη στροφή σε ένα μοντέλο οικονομίας που θα έχει επίκεντρο τις ανθρώπινες ανάγκες και όχι τα περιθώρια κέρδους και την επάρκεια κεφαλαίων. Είναι ένας δύσκολος δρόμος, αλλά δύσκολος είναι και ο φονικός ρεαλισμός της πυρηνικής ενέργειας, είτε αφορά όπλα είτε αντιδραστήρες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου