Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

Αυτές είναι οι Ελλάδες των πλατειών.

Οι φυλές της «αγανάκτησης

του Γιώργου Καρελιά από το aixmi.gr
«Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία, μεσούντος κάποιου Ιουλίου, βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δώστε τη χούντα στο λαό» (Μανώλης Αναγνωστάκης, 1983).
Στις πλατείες η Ελλάδα αναστενάζει. Και «αγανακτεί». Ποιά Ελλάδα, άραγε; Δεν υπάρχει μια Ελλάδα. Υπάρχουν δυο ,τρεις, δεκατρείς. Αυτή η Ελλάδα απεικονίζεται στις πλατείες της χώρας και καθαρότερα από παντού στην πλατεία Συντάγματος.
Εικόνα πρώτη: τις προάλλες ένας γνωστός μου πήγε σε συγκέντρωση «αγανακτισμένων» σε μια μεσαία πόλη της επαρχίας.
Εκεί οι άνθρωποι είναι λίγοι, γνωρίζονται μεταξύ τους. Με το που έφτασε είδε έναν φίλο του, άνεργο. Μετά από λίγο ο φίλος του, είπε: «Πάμε να φύγουμε». «Γιατί, τι έγινε;», τον ρώτησε εκείνος. » Βλέπεις αυτούς τους δυο, εκεί πέρα; Είναι γνωστά λαμόγια της περιοχής. Τι δουλειά έχω εγώ να φωνάζω μαζί τους;».  «Για να ξέρεις ποιοί μπορεί να παριστάνουν τους «αγανακτισμένους», μου είπε ο γνωστός μου. Το προσπέρασα, θεωρώντας ότι υπερβάλλει.
Εικόνα δεύτερη: άλλος γνωστός μου, δημόσιος υπάλληλος. Μπήκε με μέσον, τότε που το κόμμα ήταν παντοδύναμο. Σπάνια δούλευε εκεί που προσελήφθη, τις περισσότερες φορές εξυπηρετούσε τους παράγοντες της υπηρεσίας (οδηγός, ψώνια για το σπίτι κλπ). Το 2009 έβριζε τον Καραμανλή και αποθέωνε τον Παπανδρέου. Ποιός ξέρει τι περίμενε; Προχτές τον πέτυχα φουλ αγανακτισμένο. «Άχρηστο» ανέβαζε τον Παπανδρέου, «προδότη» τον κατέβαζε. Θέλει «να ξεμπουμπιστεί να φύγει». Δεν θέλει ούτε τον Σαμαρά, δεν τον νοιάζει ποιός θα κυβερνήσει, αλλά δεν τον πειράζει καθόλου να ερχόταν «ένας Παπαδόπουλος».

Εικόνα τρίτη : στο πάνω μέρος της πλατείας Συντάγματος ένα πανό κάποιων «αγανακτισμένων» γράφει: «Η χούντα δεν τελείωσε το 1974″.Υπονοεί ότι από τότε η Βουλή και οι βουλευτές, που μερικές χιλιάδες στόματα φωνάζουν «να καεί», μας επιβλήθηκε σαν χούντα. Προφανώς, κανένας από αυτούς δεν τους έχει ψηφίσει.
Εικόνα τέταρτη: στην πλατεία Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης ο «αγανακτισμένος» Μίκης Θεοδωράκης αποκαλεί «παρακρατικό» τον δήμαρχο Γιάννη Μπουτάρη, νομίζοντας ότι βρίσκεται στο 1963.Γύρω του μερικές εκατοντάδες φώναζαν «Αλήτες-προδότες-πολιτικοί» (σύνθημα της ακροδεξιάς). Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο Ψωμιάδης και ασπάστηκε την δεξιάν του Μίκη. Του Μίκη που θέλει να κατεδαφίσει σήμερα το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης, του οποίου υπήρξε το χαϊδεμένο παιδί. Με ηθικές και υλικές αμοιβές που κανένας άλλος δεν γνώρισε. Του Μίκη που στήριξε αυτό το σύστημα (έγινε υπουργός του Μητσοτάκη, εγκωμίασε όλους τους πρωθυπουργούς κλπ) και ξύπνησε μια ωραία πρωία-που λέει κι ο ποιητής Αναγνωστάκης- και διαπίστωσε ότι ήταν σάπιο. Εν τω μεταξύ, είχε προλάβει να κάνει προσφυγή στα δικαστήρια, για να πάρει αναδρομικά ως συνταξιούχος βουλευτής.

Αυτές είναι οι Ελλάδες των πλατειών. Όλοι μαζί. Ο άνεργος και το λαμόγιο. Ο συνταξιούχος των 600 ευρώ και ο συνταξιούχος πολυτελείας των 50 ετών. Ο νέος που ψάχνει εναγωνίως μια δουλειά και δεν βρίσκει και ο βολεμένος πανεπιστημιακός, που ξεκοκκάλιζε επί χρόνια κοινοτικά προγράμματα, πέρασε από τα κομματικά αξιώματα και τώρα «αγανακτεί». Δεν αποκλείεται κάποιοι από αυτούς τους «πατριώτες» να έχουν βγάλει και μερικές χιλιάδες ευρουλάκια στο εξωτερικό, για να προλάβουν την πτώχευση, την οποία μπορεί και να εύχονται.
Πώς να ξεχωρίσεις την αληθινή από την μαϊμού αγανάκτηση; Δύσκολο. Αλλά να έχουμε τα μάτια και τα αυτιά μας ανοιχτά. Δεν έχουν όλοι όσοι «αγανακτούν» αγνές προθέσεις. Στην καλύτερη περίπτωση, όσοι κραυγάζουν να διώξουμε την τρόικα δεν έχουν καταλάβει ότι άλλο ο ανέξοδος «τσαμπουκάς» και άλλο η χρεοκοπία και η καταστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου